Μετάφραση του "combatir" σε Ελληνικά

Οι αγωνίζομαι, πολεμώ, καταπολεμώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "combatir" σε Ελληνικά.

combatir verb γραμματική

Luchar; buscar obtener la victoria. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγωνίζομαι

    verb

    ¿ Crees que no combato a la injusticia lo suficiente?

    Νομίζεις ότι δεν αγωνίζομαι για το δίκαιο αρκετά

  • πολεμώ

    verb

    No nos gustan los que han combatido por el Norte.

    Δεν γουστάρουμε αυτούς που πολέμησαν για τους Βόρειους.

  • καταπολεμώ

    verb

    Y pueden activar el sistema inmune para ayudar a combatir las crisis existenciales de la vida normal.

    Μπορούν να ωθήσουν το ψυχολογικό μας ανοσοποιητικό, να καταπολεμήσει τις υπαρξιακές κρίσεις μιας φυσιολογικής ζωής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μάχομαι
    • παλεύω
    • πάλη
    • τσακώνομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " combatir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "combatir"

Φράσεις παρόμοιες με "combatir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "combatir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη