Μετάφραση του "cuajada" σε Ελληνικά

Οι τυρόπηγμα, στάλπη, πηχτή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cuajada" σε Ελληνικά.

cuajada noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τυρόπηγμα

    noun neuter

    Se añade que «la cuajada se corta después del endurecimiento».

    Προστίθεται ότι «το τυρόπηγμα τεμαχίζεται μετά τη σκλήρυνση».

  • στάλπη

    noun feminine
  • πηχτή

    επίθ θηλ.

    1. (για υγρά) αυτός που έχει πήξει, που έχει στερεοποιηθεί 2. (κατ· επέκτ. για υγρά) αυτός που ρέει με δυσκολία, παχύρρευστος: - σάλτσα, σιρόπι

    Se verá cuajada al principio, pero después de 2-3 minutos, se convertirá en una salsa suave y cremosa.

    Θα φαίνεται πηχτή στην αρχή, αλλά μετά από 2-3 λεπτά, θα μετατραπεί σε απαλή, κρεμώδη σάλτσα.

  • στάρπη

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cuajada " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cuajada" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ξεριζώνω
  • τι ατολμία!
  • Πυτιά · πυτιά · στάλπη · στάρπη · τυρόπηγμα
  • αρέσω · πήζω · πετυχαίνω · πιάνω · πραγματοποιούμαι · προχωρώ · ταιριάζω · το στρώνει · υλοποιούμαι
  • πηγμένος
  • Πυτιά · πυτιά · στάλπη · στάρπη · τυρόπηγμα
  • αρέσω · πήζω · πετυχαίνω · πιάνω · πραγματοποιούμαι · προχωρώ · ταιριάζω · το στρώνει · υλοποιούμαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cuajada" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη