Μετάφραση του "cuajado" σε Ελληνικά
Το πηγμένος είναι η μετάφραση του "cuajado" σε Ελληνικά.
cuajado
verb
γραμματική
-
πηγμένος
πολύ γεμάτος
Tiene su casa cuajada de libros.
Έχει το σπίτι του πηγμένο στα βιβλία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cuajado " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cuajado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ξεριζώνω
-
τι ατολμία!
-
Πυτιά · πυτιά · στάλπη · στάρπη · τυρόπηγμα
-
αρέσω · πήζω · πετυχαίνω · πιάνω · πραγματοποιούμαι · προχωρώ · ταιριάζω · το στρώνει · υλοποιούμαι
-
πηχτή · στάλπη · στάρπη · τυρόπηγμα
-
πηχτή · στάλπη · στάρπη · τυρόπηγμα
-
Πυτιά · πυτιά · στάλπη · στάρπη · τυρόπηγμα
-
αρέσω · πήζω · πετυχαίνω · πιάνω · πραγματοποιούμαι · προχωρώ · ταιριάζω · το στρώνει · υλοποιούμαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη