Μετάφραση του "cuajar" σε Ελληνικά
Οι αρέσω, πήζω, πετυχαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cuajar" σε Ελληνικά.
dar un golpe [..]
-
αρέσω
ρήμαπροκαλώ συναισθήματα ευχαρίστησης, απόλαυσης, ικανοποίησης
Se me ocurrió esta gran idea para darle nombre a un nuevo producto, pero la idea no cuajó entre los demás.
Μου ήρθε αυτή η υπέροχη ιδέα να ονομάσω ένα νέο προϊόν, αλλά η ιδέα δεν άρεσε στους λοιπούς.
-
πήζω
μεταβάλλω ή μεταβάλλομαι από υγρό, ρευστό σε στερεό
Marina se quitó la venda y notó que la sangre había cuajado.
Η Μαρίνα αφαίρεσε τον επίδεσμο και παρατήρησε ότι το αίμα είχε πήξει.
-
πετυχαίνω
ρήμαφθάνω στο επιθυμητό αποτέλεσμα χάρη στις προσπάθειες, τις ικανότητές ή τις ιδιότητές μου
Ante el avance de la Europa comunitaria, De Gaulle propuso en 1961 el Plan Fouchet como una Europa de los pueblos intergubernamental, que preservaba el liderazgo francés. Sin embargo, este plan no cuajó, en gran medida, por la oposición de los demás socios comunitarios, en particular del canciller Adenauer.
Πριν από την προέλαση της κοινοτικής Ευρώπης, ο Ντε Γκωλ πρότεινε το 1961 το Σχέδιο Φουσέ ως μια διακυβερνητική Ευρώπη των λαών, που διατηρούσε τη γαλλική ηγεσία. Ωστόσο, αυτό το σχέδιο δεν επετεύχθη, σε μεγάλο βαθμό, λόγω της αντίθεσης των άλλων κοινοτικών εταίρων, ιδίως του Καγκελαρίου Αντενάουερ.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πιάνω
- πραγματοποιούμαι
- προχωρώ
- ταιριάζω
- το στρώνει
- υλοποιούμαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cuajar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "cuajar"
Φράσεις παρόμοιες με "cuajar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ξεριζώνω
-
τι ατολμία!
-
Πυτιά · πυτιά · στάλπη · στάρπη · τυρόπηγμα
-
πηγμένος
-
πηχτή · στάλπη · στάρπη · τυρόπηγμα
-
πηχτή · στάλπη · στάρπη · τυρόπηγμα
-
Πυτιά · πυτιά · στάλπη · στάρπη · τυρόπηγμα