Μετάφραση του "graduado" σε Ελληνικά

Οι απόφοιτος, τελειόφοιτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "graduado" σε Ελληνικά.

graduado adjective noun verb masculine γραμματική

Persona que ha recibido un grado o diploma de una escuela.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόφοιτος

    noun masculine

    Uno creería que una graduada universitaria escogería un empleo un poco más sabiamente.

    Θα έλεγε κανείς ότι μια απόφοιτος κολεγίου θα διάλεγε την δουλειά της με περισσότερη προσοχή.

  • τελειόφοιτος

    No basta con ser un estudiante graduado robot de baja categoría.

    Δεν αρκεί να είσαι ένας ρομποτικός τελειόφοιτος δευτέρας διαλογής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " graduado " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "graduado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "graduado" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη