Μετάφραση του "gradualmente" σε Ελληνικά

Οι σταδιακά, βαθμιαία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gradualmente" σε Ελληνικά.

gradualmente adverb

Que progresa pero lentamente.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σταδιακά

    Prosigue la recuperación del sector bancario y los depósitos fluyen gradualmente de nuevo hacia el sistema.

    Ο τραπεζικός τομέας είναι ακόμα υπό ανάκαμψη, και οι καταθέσεις επιστρέφουν σταδιακά στο σύστημα.

  • βαθμιαία

    Estas medidas deberían introducirse gradualmente, teniendo en cuenta la necesidad actual de estabilizar el mercado de la vivienda.

    Μέτρα του είδους αυτού πρέπει να θεσπιστούν βαθμιαία, λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα ανάγκη σταθεροποίησης της αγοράς στέγης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gradualmente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gradualmente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη