Μετάφραση του "posesivo" σε Ελληνικά
Το κτητικός είναι η μετάφραση του "posesivo" σε Ελληνικά.
posesivo
adjective
masculine
γραμματική
Que siente necesidad de poseer y controlar un ser amado.
-
κτητικός
adjective masculineEl ex, Craig, dijo que el bombero era muy posesivo.
Ο Κρεγκ είπε ότι ο πυροσβέστης ήταν πολύ κτητικός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " posesivo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "posesivo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κτητική αντωνυμία
-
κτητική
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη