Μετάφραση του "poseso" σε Ελληνικά
Το δαιμονισμένος είναι η μετάφραση του "poseso" σε Ελληνικά.
poseso
verb
-
δαιμονισμένος
επίθετο ** ουσιαστικό αρσενικό (-ος, -η, -ο)1. που κατέχεται από δαιμόνιο 2. θυμωμένος στο έπακρο
Estaba muy enfadado y gritaba como un poseso.
Ήταν πολύ θυμωμένος και ούρλιαζε σαν δαιμονισμένος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " poseso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη