Μετάφραση του "posesor" σε Ελληνικά

Οι κάτοχος, ιδιοκτήτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "posesor" σε Ελληνικά.

posesor noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάτοχος

    noun masculine

    Recomienda asimismo que se valore la necesidad del tratamiento de datos relativos al origen étnico del posesor del arma de fuego;

    Ο ΕΕΠΔ συνιστά επίσης την εκτίμηση της αναγκαιότητας επεξεργασίας δεδομένων που αφορούν την εθνοτική προέλευση του κατόχου του πυροβόλου όπλου.

  • ιδιοκτήτης

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " posesor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "posesor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη