Μετάφραση του "annos" σε Ελληνικά

Οι δόση, δοσολογία, μερίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "annos" σε Ελληνικά.

annos noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δόση

    noun feminine

    Kolminkertainen annos toi minulle unen ja ratkaisi tapauksen.

    Στην πραγματικότητα, ήταν μια τριπλή δόση που μου επέτρεψε να κοιμηθώ επιτέλους και να λύσω την υπόθεση.

  • δοσολογία

    Lisäksi on tarvittaessa ilmoitettava ehdotettu annos täysrehussa, aineen annostelun kesto ja varoaika.

    Επιπλέον, επισημαίνεται, κατά περίπτωση, η προτεινόμενη δοσολογία στην πλήρη ζωοτροφή, η προτεινόμενη διάρκεια χορήγησης και η περίοδος αναμονής.

  • μερίδα

    noun feminine

    Käytetty annos tai yksikkö on ilmoitettava ravintoarvoilmoituksen välittömässä läheisyydessä.

    Η χρησιμοποιούμενη μερίδα ή μονάδα αναγράφεται πολύ κοντά στη διατροφική δήλωση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πιάτο
    • δοσομέτρηση
    • μερίδιο
    • ποσότητα
    • ΔΧΠΠ (δοσολογία χωρίς παρατηρούμενες παρενέργειες)
    • παροχή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " annos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "annos" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "annos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη