Μετάφραση του "annostaa" σε Ελληνικά
Οι δόση, ποσότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "annostaa" σε Ελληνικά.
annostaa
verb
γραμματική
-
δόση
noun feminineKun testikemikaali annostellaan ihonalaisella injektiolla, se olisi annettava yhtenä päivittäisenä annoksena.
Όταν η ελεγχόμενη χημική ουσία χορηγείται με υποδόρια ένεση, θα πρέπει να χορηγείται με εφάπαξ ημερήσια δόση.
-
ποσότητα
nounMitattavissa olevista määristä tehtävän annosten laskennan olisi perustuttava tieteellisesti todettuihin arvoihin ja vastaavuuksiin.
Ο υπολογισμός των δόσεων από μετρήσιμες ποσότητες θα πρέπει να βασίζεται σε επιστημονικά τεκμηριωμένες τιμές και σχέσεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " annostaa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη