Μετάφραση του "annostus" σε Ελληνικά

Οι δοσολογία, δόση, δοσομέτρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "annostus" σε Ελληνικά.

annostus noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δοσολογία

    Lääkärin tulee määrätä nateglinidin annostus potilaan tarpeen mukaan

    Η δοσολογία της νατεγλινίδης καθορίζεται σύμφωνα με τις ανάγκες του ασθενούς από τον θεράποντα ιατρό

  • δόση

    noun feminine

    Riski liittyy aineeseen, mutta myös käyttöön. Samoin kuin lääketieteen maailmassa annostus on ratkaiseva.

    Όπως και στον κόσμο της ιατρικής, η δόση έχει καθοριστική σημασία.

  • δοσομέτρηση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " annostus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "annostus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη