Μετάφραση του "loukata" σε Ελληνικά

Οι πληγώνω, προσβάλλω, τραυματίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "loukata" σε Ελληνικά.

loukata verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πληγώνω

    verb

    Voisin olla kaltaisesi kylmä kyynikko, mutta en halua loukata ihmisten tunteita.

    Θα μπορούσα να'μαι κυνικος σαν εσενα... μα δε μ'αρέσει να πληγώνω τον κόσμο.

  • προσβάλλω

    verb

    Ympäristönsuojelujärjestöt voivat nostaa kanteen ainoastaan silloin, kun he voivat vedota yksityisen subjektiiviseen oikeuteen, jota loukataan tai saatetaan loukata.

    Μπορούν να ασκήσουν προσφυγή μόνον εφόσον προβάλλουν ίδιο ουσιαστικό δικαίωμα που προσβάλλεται ή κινδυνεύει να προσβληθεί.

  • τραυματίζω

    verb

    Dobby aikoi vain ruhjoa tai loukata pahasti

    Ο Ντόμπι θέλει μόνο ακρωτηριάσει, ή να τραυματίσει σοβαρά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παραβαίνω
    • αδικώ
    • επεμβαίνω
    • καταπατώ
    • μειώνω
    • παραβιάζω
    • ταπεινώνω
    • υβρίζω
    • υπερβαίνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " loukata " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "loukata" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη