Μετάφραση του "putiikki" σε Ελληνικά

Το μπουτίκ είναι η μετάφραση του "putiikki" σε Ελληνικά.

putiikki noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπουτίκ

    noun

    Ajattelin kokeilla Lake Streetin pikku putiikkia, jonka Chuckin vaimo omistaa.

    Έλεγα να πηγαίναμε σε μια μπουτίκ στην Λέικ Στριτ. Σε αυτήν, που έχει η γυναίκα του Τσακ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " putiikki " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "putiikki" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη