Μετάφραση του "putki" σε Ελληνικά

Οι σωλήνας, αγωγός, κάννη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "putki" σε Ελληνικά.

putki noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σωλήνας

    noun masculine

    Suljetaan putki ja ravistetaan voimakkaasti, kunnes saadaan homogeeninen suspensio.

    Κλείνεται ο σωλήνας και ανακινείται ζωηρά έως ότου επιτευχθεί ομοιογενές εναιώρημα.

  • αγωγός

    noun masculine feminine

    Jos tämä olisi ollut totta putki olisi räjähtänyt eksokomppi sisällä.

    Αν ήταν αλήθεια ο αγωγός θα είχε εκραγεί με τον εξωυπολογιστή μέσα.

  • κάννη

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σωληνάριο
    • σωλήνα
    • σωλήνωση
    • διοχέτευση
    • μπουρί
    • σωλήνας μεταφοράς υγρών ή ρεύματος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " putki " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "putki"

Φράσεις παρόμοιες με "putki" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "putki" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη