Μετάφραση του "putkilo" σε Ελληνικά

Οι αγγείο, σωλήνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "putkilo" σε Ελληνικά.

putkilo noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγγείο

    noun neuter
  • σωλήνας

    noun masculine

    Hänen kroppansa on pelkkä beige putkilo päällä.

    Το σώμα του είναι ένας μαλα - κός μπεζ σωλήνας με κεφάλι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " putkilo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "putkilo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "putkilo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη