Μετάφραση του "vanhoillinen" σε Ελληνικά

Το συντηρητικός είναι η μετάφραση του "vanhoillinen" σε Ελληνικά.

vanhoillinen adjective noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συντηρητικός

    noun masculine

    Olet niin kokeellinen musiikissa mutta niin vanhoillinen taiteessa.

    Πειραματίζεσαι τόσο με τη μουσική... αλλά είσαι τόσο συντηρητικός με την τέχνη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vanhoillinen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vanhoillinen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vanhoillinen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη