Μετάφραση του "vanhus" σε Ελληνικά

Οι γέρος, γέροντας, ηλικιωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vanhus" σε Ελληνικά.

vanhus noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γέρος

    noun masculine

    Loppuun palanut vanhus, joka ei edes pystynyt puolustamaan itseään.

    Ένας τελειωμένος γέρος, που δε μπορούσε ούτε να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

  • γέροντας

    noun masculine

    Siellä ei ole sotilaita. Vain muutama lapsi ja yksi hullu vanhus.

    Δεν υπάρχουν στρατιώτες. Μόνο παιδιά κι ένας τρελός γέροντας.

  • ηλικιωμένος

    noun masculine

    Vakuutusyhtiöiden mielestä vanhus ei siis ole minkään arvoinen.

    Να, λοιπόν, που οι ασφάλειες θεωρούν ότι ο ηλικιωμένος δεν αξίζει τίποτε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vanhus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vanhus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη