Μετάφραση του "vanhoillisuus" σε Ελληνικά

Οι συντηρητικότητα, συντηρητισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vanhoillisuus" σε Ελληνικά.

vanhoillisuus Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συντηρητικότητα

    noun
  • συντηρητισμός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vanhoillisuus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vanhoillisuus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη