Μετάφραση του "adjectif" σε Ελληνικά

Οι επίθετο, επιθετικός, Επίθετο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adjectif" σε Ελληνικά.

adjectif adjective noun masculine γραμματική

Mot qui modifie ou décrit un nom ou un pronom.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίθετο

    noun neuter

    Grammaire (1) [..]

    C'est ton seul adjectif, mais ça fait vulgaire, immature et sans instruction.

    Αυτό το επίθετο σε κάνει να ακούγεσαι φθηνή, και ανώριμη, και αμόρφωτη.

  • επιθετικός

    adjective masculine

    En outre, le terme «puro» constitue un adjectif qualificatif dont l'emploi dans la dénomination de vente est soumis au respect de certaines conditions.

    Εξάλλου, η λέξη «puro» είναι ένας επιθετικός προσδιορισμός του οποίου η χρήση στην ονομασία πώλησης υπόκειται σε ορισμένες προϋποθέσεις.

  • Επίθετο

    en grammaire, mot qui décrit la qualité ou la propriété d'un nom

    C'est ton seul adjectif, mais ça fait vulgaire, immature et sans instruction.

    Αυτό το επίθετο σε κάνει να ακούγεσαι φθηνή, και ανώριμη, και αμόρφωτη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adjectif " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "adjectif" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adjectif" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη