Μετάφραση του "adjudication" σε Ελληνικά
Οι ανάθεση, κατακύρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adjudication" σε Ελληνικά.
adjudication
noun
feminine
γραμματική
Acceptation formelle de la soumission ou de la proposition d’un fournisseur par un organisme gouvernemental. Dès que l’offre a été acceptée, l’organisme remet au vendeur un bon de commande qui fait état de l’adjudication.
-
ανάθεση
NounΠροκήρυξη διαγωνισμού για την ανάθεση δημόσιων έργων στον μειοδότη.
-
κατακύρωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adjudication " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "adjudication" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δημοπρασία ολλανδικού τύπου
-
ανάθεση σύμβασης με δημοπρασία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη