Μετάφραση του "causal" σε Ελληνικά

Το αιτιώδης είναι η μετάφραση του "causal" σε Ελληνικά.

causal adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιτιώδης

    Adjective

    Lien causal entre l’aire géographique et la qualité ou les caractéristiques du produit

    Αιτιώδης σχέση που συνδέει τη γεωγραφική περιοχή με την ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά του προϊόντος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " causal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "causal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "causal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη