Μετάφραση του "causer" σε Ελληνικά
Οι προκαλώ, αιτία, πλήττω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "causer" σε Ελληνικά.
causer
verb
γραμματική
Donner lieu à, faire qu'un évènement se produise, pas toujours intentionnellement. [..]
-
προκαλώ
verbNous ne disposons toutefois d'aucune statistique concernant le nombre d'accidents causés par cette pratique.
Ωστόσο, δεν διαθέτουμε στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των ατυχημάτων που προκαλούνται εξαιτίας αυτής της πρακτικής.
-
αιτία
noun feminineLa cause de l'incendie est inconnue.
Η αιτία της πυρκαγιάς είναι άγνωστη.
-
πλήττω
verbLe premier enjeu en cause ici est la protection de la souveraineté des États membres.
Εν προκειμένω, πλήττεται πρωτίστως η προστασία της κυριαρχίας των κρατών μελών.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ρίχνω
- πέφτω
- φέρνω
- κουβεντιάζω
- κουτσομπολεύω
- φλυαρώ
- πετώ
- δίνω
- παρέχω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " causer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "causer"
Φράσεις παρόμοιες με "causer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αμφισβητώ · ενοχοποιώ
-
επίγνωση
-
Αιτία · αίτιο · αιτία · δίκη · επειδή · θήκη · κίνηση · λόγος · νόηση · περίβλημα · πράγμα · πτώση · σκοπός · συνέπεια · υπόθεση
-
πολλαπλές αιτίες
-
Επίτιμο διδακτορικό
-
διάγραμμα αιτίου - αποτελέσματος · διάγραμμα χαρακτηριστικών
-
ενημερωμένη απόφαση
-
για καλό λόγο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη