Μετάφραση του "cause" σε Ελληνικά
Οι αιτία, αίτιο, λόγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cause" σε Ελληνικά.
cause
noun
verb
feminine
γραμματική
Ce qui est à l'origine d'une condition ou produit un effet.
-
αιτία
noun feminineCe qui est à l'origine d'une condition ou produit un effet.
La cause de l'incendie est inconnue.
Η αιτία της πυρκαγιάς είναι άγνωστη.
-
αίτιο
noun neuterTout indique une cause naturelle, mais la femme agit bizarrement.
Όλα δείχνουν σε φυσικά αίτια, αλλά η γυναίκα του φέρεται λίγο ύποπτα.
-
λόγος
noun masculineUn des utilisateurs dans la Communauté du produit en cause a également présenté ses observations.
Επίσης, υπέβαλε παρατηρήσεις ένας από τους χρήστες στην Κοινότητα του εν λόγω προϊόντος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- υπόθεση
- δίκη
- σκοπός
- επειδή
- συνέπεια
- πτώση
- Αιτία
- πράγμα
- κίνηση
- νόηση
- θήκη
- περίβλημα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cause " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cause" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αμφισβητώ · ενοχοποιώ
-
επίγνωση
-
πολλαπλές αιτίες
-
Επίτιμο διδακτορικό
-
διάγραμμα αιτίου - αποτελέσματος · διάγραμμα χαρακτηριστικών
-
ενημερωμένη απόφαση
-
για καλό λόγο
-
αφοσιωμένος στον σκοπό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη