Μετάφραση του "concordat" σε Ελληνικά
Οι Κονκορδάτο, κονκορδάτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concordat" σε Ελληνικά.
concordat
noun
masculine
-
Κονκορδάτο
(4) La Pologne n'a pas fait état de son concordat avec le Vatican.
(4) Η Πολωνία δεν αναφέρθηκε στο Κονκορδάτο που έχει συνάψει με το Βατικανό.
-
κονκορδάτο
Par ce concordat, l'État accepte que la Biélorussie constitue un territoire canonique de l'Église orthodoxe
με το κονκορδάτο αυτό το κράτος αποδέχεται τον ορισμό της Λευκορωσίας ως επικράτειας ανήκουσας στην εκκλησιαστική δικαιοδοσίατης Ορθόδοξης Εκκλησίας·
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " concordat " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη