Μετάφραση του "concourir" σε Ελληνικά
Οι διαγωνίζομαι, βοηθώ, συμβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concourir" σε Ελληνικά.
concourir
verb
γραμματική
-
διαγωνίζομαι
verbêtre en compétition
Le prochain concurrent du grand concours du Tri-County est le proviseur John Wiggins.
Επόμενος διαγωνιζόμενος στον αγώνα φαγητού... ο δάσκαλος Τζων Γουίγκινς. Διαγωνισμός
-
βοηθώ
verbToutes ces informations concourent au contrôle de cohérence et participent au système bloquant en cas d’irrégularité.
Όλα αυτά τα στοιχεία βοηθούν τον έλεγχο της συνοχής και αποτελούν μέρος του συστήματος φραγής σε περίπτωση παρατυπίας.
-
συμβάλλω
-
ανταγωνίζομαι
verbPas du tout, mais je trouve ridicule que deux adultes concourent l'un contre l'autre.
Όχι βέβαια, αλλά το θεωρώ ανόητο για δύο ενήλικες ν`ανταγωνίζονται.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " concourir " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "concourir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαγωνισμός δημοσίου
-
Σερβία - Eurovision
-
Λετονία - Eurovision
-
διαγωνισμός ομορφιάς · καλλιστεία
-
σημείο διαγωνισμό
-
διαγωνιζόμενη σε καλλιστεία
-
Ισλανδία - Eurovision
-
Μαυροβούνιο - Eurovision
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη