Μετάφραση του "concorder" σε Ελληνικά

Οι συμφωνώ, εναρμονίζομαι, συμμορφώνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concorder" σε Ελληνικά.

concorder verb γραμματική

Correspondre en genre, en nombre, en cas ou en personne. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμφωνώ

    verb

    Harmoniser une opinion, une déclaration, ou une action ; Être en unisson ; être cohérent.

    Dans les deux cas, les tailles minimales de débarquement et la sélectivité doivent concorder.

    Είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση, τα ελάχιστα μεγέθη εκφορτώσεων και η επιλεκτικότητα πρέπει να συμφωνούν.

  • εναρμονίζομαι

    verb
  • συμμορφώνομαι

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " concorder " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "concorder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Κονκόρντ
  • αρμονία · συμφονία · συμφωνία · φιλία
  • αρμονία · συμφονία · συμφωνία · φιλία
  • Κονκόρντ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "concorder" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη