Μετάφραση του "conjointement" σε Ελληνικά

Το μαζί είναι η μετάφραση του "conjointement" σε Ελληνικά.

conjointement adverb

L'un avec l'autre.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαζί

    adverb

    Leurs observations étant en grande partie identiques, elles sont exposées conjointement.

    Οι παρατηρήσεις τους συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό και παρατίθενται μαζί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conjointement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conjointement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη