Μετάφραση του "conjonctive" σε Ελληνικά
Οι επιπεφυκώς, επιπεφυκώς υμένας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conjonctive" σε Ελληνικά.
conjonctive
adjective
noun
feminine
γραμματική
conjonctive (partie de l’œil)
-
επιπεφυκώς
noun masculineœil (cornée, conjonctive, cristallin), peau
οφθαλμός (κερατοειδής χιτώνας, επιπεφυκώς, κρυσταλλοειδής φακός) δέρμα
-
επιπεφυκώς υμένας
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " conjonctive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "conjonctive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνδεσμική έκφραση
-
Συνδετικός ιστός · συνδετικός ιστός
-
συνδεσμικός · υποτακτική
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη