Μετάφραση του "conjonction" σε Ελληνικά

Οι σύνδεσμος, σύζευξη, συζυγία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conjonction" σε Ελληνικά.

conjonction noun feminine γραμματική

grammaire [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνδεσμος

    noun masculine

    Union, réunion||3

    Certes, l’utilisation de la conjonction « et » suggère une distinction entre les deux conditions.

    Ασφαλώς, η χρήση του συνδέσμου «και» υποδηλώνει μια διάκριση μεταξύ των δύο προϋποθέσεων.

  • σύζευξη

    noun feminine

    Partie du discours|1

    Le basilic cultivé en Ligurie résulte de la conjonction unique d'un territoire, d'un milieu et d'une culture.

    Ο βασιλικός που καλλιεργείται στη Liguria προκύπτει από τη μοναδική σύζευξη μεταξύ εδάφους, χώρου και καλλιέργειας.

  • συζυγία

    feminine

    Rencontre apparente de deux planètes dans un même point de quelque signe|2

    En astronomie, c'est le symbole de la conjonction.

    Στην Αστρονομία είναι το σύμβολο της συζυγίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύνδεση
    • Σύνοδος
    • συνένωση
    • σύμπτωση
    • ευθυγράμμιση
    • ένωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conjonction " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "conjonction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conjonction" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη