Μετάφραση του "croyance" σε Ελληνικά

Οι πεποίθηση, πίστη, πιστεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "croyance" σε Ελληνικά.

croyance noun feminine γραμματική

Ce que l'on croit être vrai ; l'acceptation d'un fait, d'une opinion, d'une assertion, comme étant réel ou vraie, en dépit d'un manque de preuve sûre ou de connaissance. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεποίθηση

    noun feminine

    adhésion dogmatique à une thèse

  • πίστη

    noun feminine

    Les croyances religieuses ont causé plus de division et de conflit que tout autre idéologie.

    Η θρησκευτική πίστη προκάλεσε μεγαλύτερο θρυμματισμό και διαμάχες από οποιαδήποτε άλλη ιδεολογία.

  • πιστεύω

    noun neuter

    Nous voulons savoir quelles dames d'honneur de la reine partagent vos croyances.

    Θέλουμε να ξέρουμε ποια απ'τις κυρίες της Βασίλισσας, μοιραζόταν μαζί σου τα πιστεύω σου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δόγμα
    • αποδοχή
    • δοξασία
    • εμπιστοσύνη
    • αίσθηση
    • βεβαιότητα
    • εκκλησιαστικό δόγμα
    • θρησκευτικό δόγμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " croyance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "croyance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "croyance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη