Μετάφραση του "croyant" σε Ελληνικά
Οι πιστός, ευλαβής, οπαδός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "croyant" σε Ελληνικά.
croyant
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
fidèle (d’une religion) [..]
-
πιστός
noun masculine(Religion) Celui ou celle qui est croyant.|1
Plus personne n'est fidèle. On ne peut plus croire personne.
Κανείς δεν είναι πιστός πια. Κανέναν δεν μπορείς να εμπιστευτείς.
-
ευλαβής
adjective(Religion) Qui croit ce que sa religion enseigne|1
-
οπαδός
noun masculineHarry ne croyait pas au meurtre préventif, mais je peux peut-être contourner les règles juste cette fois.
Ο Χάρι δεν ήταν οπαδός του προληπτικού φόνου αλλά ίσως μπορώ να αλλάξω τους κανόνες για μια φορά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " croyant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "croyant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απορροή πλημύρας
-
κατακλυσμός · πλημμύρα · πλημυρίδα · πλημύρα
-
νομίζω ότι
-
άθρησκος · άπιστος
-
έχω · εικάζω · εκλαμβάνω · επιδέχομαι · επιτρέπω · θέλω · θεωρήσει · νομίζω · ομολογώ · παραδέχομαι · παραδίδω · παραχωρώ · πιστεύω · υποθέτω · φαντάζομαι · χωράω
-
νωπό γάλα
-
άγουρος · άψητος · ακατέργαστος · αμαγείρευτος · ανεπεξέργαστος · ωμός
-
δεξαμενή περιορισμού αιχμής πλημυρών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη