Μετάφραση του "croyante" σε Ελληνικά
Το πιστός είναι η μετάφραση του "croyante" σε Ελληνικά.
croyante
noun
adjective
feminine
γραμματική
-
πιστός
noun masculineLes bénédictions du baptême ont bientôt été accordées aux autres croyants.
Οι ευλογίες του βαπτίσματος σύντομα επεκτάθηκαν και σε άλλους πιστούς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " croyante " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "croyante" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άθρησκος · άπιστος
-
ευλαβής · οπαδός · πιστός
-
ευλαβής · οπαδός · πιστός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη