Μετάφραση του "cuisson" σε Ελληνικά
Οι ψήσιμο, έναυση, πυροδότηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cuisson" σε Ελληνικά.
cuisson
noun
feminine
γραμματική
-
ψήσιμο
neuterAprès cuisson, les carreaux doubles sont fendus en carreaux simples.
Μετά το ψήσιμο τα διπλά πλακάκια σχίζονται σε μονά.
-
έναυση
-
πυροδότηση
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βολή
- τροφοδοσία πυράς
- μαγείρεμα
- πυρά
- παρασκευή
- μαγειρική
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cuisson " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "cuisson"
Φράσεις παρόμοιες με "cuisson" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μαγειρική · μαγειρική
-
μαγειρικό λάδι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη