Μετάφραση του "cuistot" σε Ελληνικά

Οι μάγειρος, μάγειρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cuistot" σε Ελληνικά.

cuistot noun masculine γραμματική

Personne dont la profession est de préparer de la nourriture pour les clients.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάγειρος

    noun masculine

    Personne dont la profession est de préparer de la nourriture pour les clients.

    Même les cuistots sont sur les sites matrimoniaux.

    Σπουδαία, τώρα ακόμα και οι μάγειροι ψάχνουν για νύφες σε γαμήλιες ιστοσελίδες

  • μάγειρας

    noun masculine

    Je suis que le cuistot, j'en sais pas plus que vous.

    Είμαι απλά ο μάγειρας και δε ξέρω τίποτα παραπάνω από σας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cuistot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "cuistot"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cuistot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη