Μετάφραση του "dot" σε Ελληνικά

Οι προίκα, έδνον, προίξ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dot" σε Ελληνικά.

dot noun feminine γραμματική

Montant payé par les parents d'une épouse à l'époux et ou sa famille.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προίκα

    noun feminine

    Αρχαίος Θεσμός [..]

    Parce que les forges étaient occupées avec les armes pour la dot de Mere.

    Επειδή οι σιδηρουργοί δούλευαν τα όπλα για την προίκα του Μίερ.

  • έδνον

    noun neuter
  • προίξ

    noun feminine
  • τελεία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη