Μετάφραση του "dotation" σε Ελληνικά

Οι δωρεά, χάρη, σφετερισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dotation" σε Ελληνικά.

dotation noun feminine γραμματική

Argent reçu pour lequel seul les intérêts qu'il donne peuvent être dépensés.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δωρεά

    noun feminine

    Les coûts d'admission viennent des dotations, et toute l'équipe de chirurgie est offerte

    Τα μεταφο - ρικά έξοδα καλύπτονται από δωρεές, και ο χειρουργικός χρόνος προσφέρεται δωρεάν.

  • χάρη

    noun
  • σφετερισμός

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • οικειοποίηση
    • χάρισμα
    • ταλέντο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dotation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dotation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη