Μετάφραση του "doublement" σε Ελληνικά

Το διπλά είναι η μετάφραση του "doublement" σε Ελληνικά.

doublement noun adverb masculine
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διπλά

    adjective adverb

    Elles le sont doublement compte tenu de la pression élevée qui continue de peser sur les budgets nationaux.

    Το γεγονός αυτό είναι διπλά σημαντικό καθώς οι πιέσεις που δέχονται οι εθνικοί προϋπολογισμοί παραμένουν υψηλές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " doublement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "doublement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη