Μετάφραση του "doublon" σε Ελληνικά

Οι διπλότυπο, αναπαραγάγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "doublon" σε Ελληνικά.

doublon noun masculine γραμματική

(1) Élément redondant dans un ensemble

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διπλότυπο

  • αναπαραγάγω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " doublon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "doublon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "doublon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη