Μετάφραση του "doubler" σε Ελληνικά
Οι διπλασιάζω, μεταγλωττίζω, χειροτονώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "doubler" σε Ελληνικά.
doubler
verb
noun
masculine
γραμματική
Rendre double ; mettre le double, augmenter d’une fois autant, multiplier par deux. ''(Sens général)'' [..]
-
διπλασιάζω
verbRendre double ; mettre le double, augmenter d’une fois autant, multiplier par deux. ''(Sens général)''|1 [..]
Ce que je sais c'est que le prix est double si t'es crevé.
Αυτό που ξέρω, είναι ότι διπλασιάζεται εάν σε παραδώσουμε νεκρό.
-
μεταγλωττίζω
-
χειροτονώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " doubler " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "doubler" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διπλός δεσμός
-
αντίγραφο · διπλάσιος · διπλασιάζω · διπλός · διπλώνομαι · δυπλός · ξύλινα πνευστά όργανα
-
Νταμπλ
-
διπλή ιθαγένεια
-
Δύο μέτρα και δύο σταθμά
-
δυαδική μοναρχία
-
εντοπισμός διπλοτύπων
-
αγαθό διπλής χρήσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη