Μετάφραση του "grimpeur" σε Ελληνικά
Οι αναρριχητής, αριβίστας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grimpeur" σε Ελληνικά.
grimpeur
noun
masculine
γραμματική
-
αναρριχητής
personne pratiquant l'escalade
Notre grimpeur... A peut être vu le coup de feu.
Ο αναρριχητής μας... ίσως ήταν μάρτυρας σε πυροβολισμό.
-
αριβίστας
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " grimpeur " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη