Μετάφραση του "grimper" σε Ελληνικά
Οι σκαρφαλώνω, αναρριχώμαι, ανεβαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grimper" σε Ελληνικά.
grimper
verb
noun
masculine
γραμματική
s'élever ; aller vers le haut. [..]
-
σκαρφαλώνω
verbTu m'as jamais vu grimper aux arbres, petit homme.
Δεν έχεις δει ποτέ εμένα να σκαρφαλώνω σε δέντρο, μικρούλι.
-
αναρριχώμαι
verb -
ανεβαίνω
verbDonc je lui dis que ça va, et que je grimpe les échelons et tu sais...
Οπότε, της λέω πως είμαι καλά, ξέρεις και πως ανεβαίνω στην ιεραρχία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κλιμακώνω
- αναρρίχηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " grimper " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "grimper"
Φράσεις παρόμοιες με "grimper" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αναρρίχηση
-
κισσός rhus toxicodendron
-
αναρριχητικός φυτό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη