Μετάφραση του "grimoire" σε Ελληνικά

Οι γριμόριο, Γριμόριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grimoire" σε Ελληνικά.

grimoire noun feminine masculine γραμματική

Livre pour apprendre la magie.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γριμόριο

    noun neuter

    Le Grand Grimoire ne peut guérir sa culpabilité.

    Το Γριμόριο δεν μπορεί να θεραπεύσει την ενοχή της.

  • Γριμόριο

    livre composé de recettes de potions, de sorts et autres choses magiques

    Le Grand Grimoire ne peut guérir sa culpabilité.

    Το Γριμόριο δεν μπορεί να θεραπεύσει την ενοχή της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grimoire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grimoire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη