Μετάφραση του "grosse" σε Ελληνικά

Το έγκυος είναι η μετάφραση του "grosse" σε Ελληνικά.

grosse adjective noun feminine γραμματική

Portant une masse ou une quantité de graisse au-dessus de la normale.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έγκυος

    adjective feminine

    Ma chienne est grosse.

    Η σκυλίτσα μου είναι έγκυος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grosse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "grosse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Γκρο πλαν · γκρο πλαν
  • αγενής · ενήλικος · κομμάτι · λίπος · λιπαρός · λιπώδης ιστός · μέρος · μεγάλος · πάχυνση · παχής · παχύς · παχύσαρκος · χονδρικό εμπόριο · χοντρός
  • χονδρικός
  • μεγάλο δάκτυλο του ποδιού · μεγάλο δάχτυλο ποδιού
  • χονδρεμπόριο
  • διπλοσάινο
  • παχύτερος
  • χονδρική τιμή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grosse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη