Μετάφραση του "grossier" σε Ελληνικά
Οι αγροίκος, αδούλευτος, αγενής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grossier" σε Ελληνικά.
grossier
adjective
noun
masculine
γραμματική
rugueux (surface) [..]
-
αγροίκος
adjectiveJe ne peux pas imaginer serait gars grossier.
Δεν μπορώ να φανταστώ αγροίκος πρέπει να είναι εκείνος ο τύπος.
-
αδούλευτος
adjective -
αγενής
adjective masculineConstance, je ne veux pas être grossière ou sembler ingrate.
Κόνστανς, δεν θέλω να ακουστώ αγενής ή αγνώμων αλλά είμαι πολύ κουρασμένη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άξεστος
- πρόστυχος
- τραχύς
- χοντρός
- βρομόγλωσσος
- άσεμνα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " grossier " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "grossier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ήπιοι στίχοι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη