Μετάφραση του "grossesse" σε Ελληνικά
Οι εγκυμοσύνη, κύηση, κυοφορία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grossesse" σε Ελληνικά.
grossesse
noun
feminine
γραμματική
état d’une femme enceinte [..]
-
εγκυμοσύνη
noun feminineÉtat dans lequel se trouve une femelle mamifère entre la conception et la mise-bas.
La grossesse ne doit en aucun cas être une cause de discrimination de la femme.
Η εγκυμοσύνη δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αποτελέσει αιτία διακρίσεων κατά των γυναικών.
-
κύηση
noun feminineLe liquide amniotique est limité parce qu'elle a souffert, pauvre âme, donc la grossesse souffre aussi.
Το αμνιακό υγρό είναι λιγοστό, γιατί υπέφερε η καψερή, κι έτσι υποφέρει και η κύηση.
-
κυοφορία
noun feminineJe vais réduire la grossesse.
Πρέπει να μειώσω το φορτίο της κυοφορίας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Εγκυμοσύνη
- αποβολή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " grossesse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "grossesse"
Φράσεις παρόμοιες με "grossesse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μαιευτικός θάνατος
-
Τεστ εγκυμοσύνης
-
τεστ εγκυμοσύνης
-
εξωμήτριος κύηση
-
Ectopic pregnancy · εξωμήτριος κύηση
-
κορσές εγκυμοσύνης
-
πρωινή ναυτία
-
ανεμογκάστρι · ψευδοκύηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη