Μετάφραση του "importation" σε Ελληνικά

Οι εισαγωγή, εισαγωγές, εισάγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "importation" σε Ελληνικά.

importation noun feminine γραμματική

Action d'apporter des biens et des marchandises dans un pays depuis un autre pays.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισαγωγή

    noun feminine

    Action d'apporter des biens et des marchandises dans un pays depuis un autre pays.

    c) les conditions d’importation comportent une obligation d’isolement ou de quarantaine après importation.

    γ) οι προϋποθέσεις εισαγωγής περιλαμβάνουν την απαίτηση για απομόνωση μετά την εισαγωγή ή καραντίνα.

  • εισαγωγές

    noun

    Les quantités indiquées ici concernent les importations sous régime normal, c'est-à-dire, sous droit plein et sans limitation quantitative.

    Οι ποσότητες που αναγράφονται εδώ αφορούν εισαγωγές υπό κανονικό καθεστώς, δηλαδή με πλήρη δασμό και χωρίς ποσοτικό περιορισμό.

  • εισάγω

    verb

    Je veux créer un business d' importation de scotch

    Θέλω να στήσω μια επιχείρηση για να εισάγω Ουίσκι

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διανομή
    • παράδοση
    • έννοια
    • εισαγωγή προιόντων
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " importation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "importation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "importation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη