Μετάφραση του "importer" σε Ελληνικά

Οι εισάγω, εισαγωγή, έννοια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "importer" σε Ελληνικά.

importer verb γραμματική

Avoir de l'importance. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισάγω

    verb

    Apporter (quelque chose) depuis un pays étranger, notamment pour la vente ou le commerce.

    Nous importons beaucoup de choses d'Australie.

    Εισάγουμε πολλά πράγματα από την Αυστραλία.

  • εισαγωγή

    noun feminine

    Le classement des marchandises importées en Hongrie se fonde sur le tarif douanier de la Hongrie.

    Το ουγγρικό δασμολόγιο ισχύει για την κατάταξη εμπορευμάτων κατά την εισαγωγή τους στη Ουγγαρία.

  • έννοια

    noun feminine

    Tu oublies l'aspect le plus important de l'eschatologie.

    Ξεχνάς τη σημαντικότερη έννοια της εσχατολογίας.

  • εισαγωγή προιόντων

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " importer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "importer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αδιάφορος
  • μεγάλος
  • δεν πειράζει · οποιοσδήποτε
  • έχει σημασία · ενδιαφέρει
  • αξιόλογος · αυτάρεσκος · εξαιρετικός · εξουσιαστικός · μεγάλος · ουσιαστικός · ουσιώδης · σημαντικός · σπουδαίος · υψηλός
  • μαζική εισαγωγή
  • μεγάλος
  • αξιόλογος · αυτάρεσκος · εξαιρετικός · εξουσιαστικός · μεγάλος · ουσιαστικός · ουσιώδης · σημαντικός · σπουδαίος · υψηλός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "importer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη