Μετάφραση του "insignifiant" σε Ελληνικά

Οι ασήμαντος, ασήμαντο, ασήμαντη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insignifiant" σε Ελληνικά.

insignifiant adjective noun masculine γραμματική

De très petite importance.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασήμαντος

    adjective masculine

    Le nombre de navires communiquant effectivement des données aux autorités philippines était insignifiant.

    Ο αριθμός των σκαφών που όντως υπέβαλλαν δεδομένα στις αρχές των Φιλιππινών ήταν ασήμαντος.

  • ασήμαντο

    adjective

    Ce qui peut te sembler insignifiant a une grande importance pour moi.

    Ότι ίσως φαίνεται ασήμαντο για σένα σημαίνει πολλά για μένα.

  • ασήμαντη

    adjective

    L'argument des autorités françaises selon lequel l'augmentation envisagée de la capacité est insignifiante doit donc être rejeté.

    Έτσι, το επιχείρημα της γαλλικής κυβέρνησηςότι η συνδυαζόμενη αύξηση της παραγωγικής ικανότητας είναι ασήμαντη πρέπει να απορριφθεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αμελητέος
    • μηδαμινός
    • πενιχρός
    • κούφιος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " insignifiant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "insignifiant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ασήμαντη · ασήμαντο · ασήμαντος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "insignifiant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη