Μετάφραση του "insistant" σε Ελληνικά
Το επιμένοντας είναι η μετάφραση του "insistant" σε Ελληνικά.
insistant
adjective
masculine
γραμματική
-
επιμένοντας
Les risques pour les investisseurs sont réduits en insistant sur l'adoption du cadre réglementaire stable défini dans l'acquis.
Οι κίνδυνοι για τους επενδυτές είναι μειωμένοι επιμένοντας στηνιοθέτηση του σταθερού κανονιστικού πλαισίου το οποίο προσδιορίζεται στο κεκτημένο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " insistant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη